Τα ακατοίκητα σπίτια του χωριού

Τα ακατοίκητα σπίτια του χωριού

τού Μέτοικου

Τα ακατοίκητα σπίτια του χωριού κάθε φορά που το φεγγάρι γεμίζει ταξιδεύουνε.
Οι καμινάδες τους μοιάζουν φουγάρα στοιχειωμένων καραβιών που ζωντανεύουνε και βγάζουνε έναν καπνό παράξενο.
Είναι οι ανάσες αυτών που ζούσαν κάποτε μέσα τους, κρατημένες στους μισογκρεμισμένους τοίχους, που εξατμίζονται και υψώνονται σε μια βουβή, παράφορη επίκληση.
Κι εκείνα τα ξεχασμένα κουρτινάκια των παραθύρων τα μισοφαγωμένα πετσετάκια και οι δαντέλες των κεντημένων μαξιλαριών και σεντονιών, σαν μαντίλια αποχαιρετισμού ανεμίζουν στον σκοτεινό ορίζοντα.
Πηγαίνουνε κι αράζουν πότε στους τάφους αυτών που έφυγαν παντοτινά για να τους πούνε ότι δεν τους ξέχασαν, και πότε στα όνειρα αυτών που ζούνε και είναι ξενιτεμένοι, βάζοντας τους να αφουγκραστούν τους ήχους του τριζονιού και της κουκουβάγιας, να αισθανθούν τις μυρουδιές του γιασεμιού και του αγιόκλημα.
Και όταν αρχίζει να χαράζει γυρνάνε πάλι στη σιωπή της μοναξιάς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *